ΣΧΟΛΗ ΚΩΦΩΝ ΚΥΠΡΟΥ

CYPRUS SCHOOL FOR THE DEAF

ΣΧΟΛΗ ΚΩΦΩΝ ΚΥΠΡΟΥ

   

Home Περιεχόμενα Ιστορική Αναδρομή 

Home
English
Επικοινωνία
Ιστορική Αναδρομή
Προγράμματα
Υπηρεσίες
Οργανώσεις
Σ.Ε.Κ.
Εθελοντισμός

 

 

 

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΩΦΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

 

Η Σχολή Κωφών, μέσα στα 50 χρόνια ζωής της, πέρασε από περιόδους ακμής και άνθησης, αλλά και από περιόδους δύσκολες και περιπετειώδεις. Συνυφασμένη με την ιστορία της Σχολής είναι και η ιστορία της εκπαίδευσης κωφών* στην Κύπρο, αφού μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980 η Σχολή αποτελούσε το μόνο κέντρο εκπαίδευσης κωφών. 

Πριν την ίδρυση της Σχολής

Προφορική μαρτυρία από το Γεώργιο Μάρκου, πρωτεργάτη στην ίδρυση και πρώτο Διευθυντή της Σχολής Κωφών, χρονοθετεί την ύπαρξη κάποιας εκπαίδευσης Κωφών στην Κύπρο, αμέσως μετά το 1922. Σύμφωνα με αυτή τη μαρτυρία, Μικρασιάτης πρόσφυγας δίδαξε ομάδα κωφών στη Λευκωσία σε σπίτι στην περιοχή Παλιού Δημαρχείου. Καμιά όμως πληροφορία δεν υπάρχει ως προς τις μεθόδους και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο εν λόγω Μικρασιάτης, ούτε για την κατάρτισή του ως δασκάλου κωφών.

Το 1949, ο Ροταριανός Όμιλος Λευκωσίας ανέλαβε την πρωτοβουλία για την ίδρυση της Σχολής Κωφών και προσέφερε υποτροφία στο Γεώργιο Μάρκου για τον πρώτο χρόνο ειδικών σπουδών του στο εξωτερικό. Το 1952, ο Γεώργιος Μάρκου επέστρεψε από τις σπουδές του και ξεκίνησε τη διαδικασία ίδρυσης της Σχολής.

 

Η ίδρυση της Σχολής

 

Στις 31 Οκτωβρίου 1953, η Σχολή υποδέχθηκε τους πρώτους μαθητές της. Ήταν 22 παιδιά ηλικίας 6-13 χρόνων, ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι. Ο Γεώργιος Μάρκου, θυμάται (1971):

                “ .... Όλη την ημέρα εκείνη “περιμέναμε τους βαρβάρους”. Ήταν η πρώτη μέρα που άνοιγε η Σχολή Κωφαλάλων, Σάββατο 31 Οκτωβρίου 1953. Αυτή τη στιγμή ερχόταν η νύκτα και τα κλάματα και τα ουρλιαχτά των παιδιών είχαν καταλαγιάσει. Εξουθενωμένος, ακούμπησα στον στύλο της βεράντας και κοίταζα το δίσκο του ήλιου που χανόταν πίσω από τα καμπαναριά, τους μιναρέδες και τα Ενετικά τείχη της Λευκωσίας. Τα παιδιά ελαφροκουνιόντουσαν στη μικρή αυλή σαν τρομοκρατημένο κοπάδι, έτοιμο να σκορπιστεί με πανικό. Περίμεναν τη νύκτα σαν το αποκορύφωμα της διαδικασίας της πρώτης ημέρας. Και τώρα ήρθε αυτό το ζεστό χεράκι να μου πει πως με εμπιστευόταν. Μου φάνηκε πως το χέρι αυτό δεν ήταν ανθρώπινο. Κοιταχτήκαμε μια στιγμή και μείναμε έτσι ακίνητοι στην ίδια θέση ώσπου χάθηκε ο ήλιος. Το κοπάδι είχε τώρα μαζευτεί γύρω μου.”

Η Σχολή στεγάστηκε σε ένα παλιό, σχεδόν ετοιμόρροπο, κτίριο στο Λόφο του Λιονταριού, στη σημερινή περιοχή της Εκάλης. Τότε η κάλυψη της δαπάνης λειτουργίας της Σχολής αναλήφθηκε από διάφορους φορείς. Το Γραφείο Παιδείας εξόπλισε το διδακτήριο και το οικοτροφείο. Κατέβαλλε, επίσης, τους μισθούς του προσωπικού. Ουσιαστική συνεισφορά στην κάλυψη των λειτουργικών δαπανών είχε ο Ροταριανός Όμιλος Λευκωσίας.

Το γεγονός ότι στην ίδρυση και λειτουργία της Σχολής συνέβαλαν διάφοροι φορείς, αποτελεί ένδειξη συλλογικής προσπάθειας και ευρύτερης στήριξης και αποδοχής, ασφαλές θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η επιτυχής πορεία της.

 

Η πρώτη λαμπρή περίοδος

 

Από πολύ νωρίς μετά το άνοιγμα της, η Σχολή άρχισε την αναζήτηση άλλου κτιρίου που να καλύπτει τις ανάγκες της. Έτσι, το Μάρτη του 1958 μεταφέρθηκε στη Μόρφου και συγκεκριμένα στα κτίρια του πρώην Διδασκαλικού Κολεγίου. Το χρονικό διάστημα μέχρι το 1970 υπήρξε η πρώτη λαμπρή περίοδος της ιστορίας της Σχολής. Κατά τα χρόνια αυτά διαμορφώθηκε ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας της, η Σχολή εμπλούτισε τα προγράμματα της, επέκτεινε τις δραστηριότητες της, οι δε μαθητές ξεπέρασαν τους 90, μεταξύ αυτών και 18 Τουρκοκύπριοι οι οποίοι τελικά αποχώρησαν το 1963 λόγω των διακοινοτικών ταραχών.

 

Πέτρινα  χρόνια

 

Το Σεπτέμβριο του 1970, Σχολή, μεταφέρθηκε σε καινούργια, σύγχρονα, για την εποχή, κτίρια κοντά στο Γερόλακκο, στην επαρχία Λευκωσίας, που ανεγέρθηκαν με δαπάνες της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Οι προοπτικές, για περαιτέρω άλματα στις επιτεύξεις και τις δραστηριότητες της Σχολής ήταν ευοίωνες. Όμως, η λαίλαπα της τουρκικής εισβολής, τον Ιούλιο του 1974, δε χαρίστηκε ούτε στη Σχολή η οποία περιέπεσε στη δίνη των δραματικών γεγονότων. Η κατάληψή της από τα τουρκικά στρατεύματα ανέκοψε προσωρινά την ανοδική πορεία της, δε διέκοψε όμως τη λειτουργία  της.

                “Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω πώς ξεκινήσαμε  το σχολικό έτος, το Σεπτέμβρη του 1974 χωρίς να χαθεί ούτε μια σχολική μέρα και προτού ακόμη καταλαγιάσουν οι καπνοί του πολέμου. Είχαμε στήσει τα τσαντίρια μας στην αυλή της Σχολής Τυφλών και καλέσαμε τα παιδιά να έρθουν για μαθήματα. Περιμέναμε να έρθει ένας μικρός αριθμός, έτσι για να κρατηθεί το σχολείο στη ζωή. Όμως ήρθαν όλοι, πρόσφυγες και μη πρόσφυγες, έτσι που η Σχολή Τυφλών δεν μας χωρούσε. Τότε ενοικιάσαμε ένα αγρόκτημα στην Ανθούπολη και. μεταφέραμε εκεί τον καταυλισμό μας, κάπου 30 τσαντίρια, για τάξεις, κοιτώνες, κουζίνα και τραπεζαρία.

                Ήταν μια μεγαλειώδης προσπάθεια από όλους τους δασκάλους και τα παιδιά που μας κάνει σήμερα να σκεφτόμαστε με νοσταλγία το μοναδικό εκείνο πνεύμα αλληλεγγύης και αλτρουισμού”. (Γεώργιος Μάρκου, 1983).

 

 

Εκεί, στην Ανθούπολη , η Σχολή έμεινε μέχρι το Φεβράρη του 1976. Ταυτόχρονα, άρχισε νέος αγώνας με εκστρατεία τόσο στο εσωτερικό,  όσο και στο εξωτερικό, για εξεύρεση κονδυλίων για ανέγερση καινούργιας Σχολής.

 

 

Δεύτερη λαμπρή περίοδος

 

Ευτυχές αποτέλεσμα της μακρόχρονης και πολύπλευρης εκστρατείας, που ανέλαβε η Σχολή με επικεφαλής το Γ. Μάρκου για ανέγερση καινούργιων κτιριακών εγκαταστάσεων, είναι η σημερινή Σχολή στη Μακεδονίτισσα, στη Λευκωσία, σε χώρο που παραχώρησε η Ιερά Μονή Κύκκου. Τα κτίρια συμπληρώθηκαν κατά φάσεις και εγκαινιάστηκαν το 1987.

 

 

Από το 1976 μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980, η Σχολή είχε τη δεύτερη λαμπρή της περίοδο, παρά τις δύσκολες συνθήκες, κυρίως κτιριακές, κάτω από τις οποίες λειτούργησε.

 

Καταιγισμός εξελίξεων και αλλαγών

 

Η εκπαίδευση, μη εξαιρουμένης της Εκπαίδευσης Κωφών, δεν είναι στατική. Ενέχει μια δυναμική που συχνά καταλήγει σε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Από το τέλος της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα, μια σειρά σημαντικών γεγονότων επέφεραν ραγδαίες και σημαντικές αλλαγές που δικαίως μπορούν να χαρακτηριστούν ως μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση κωφών στην Κύπρο. Όπως συμβαίνει συνήθως, η κινητήρια δύναμη και ο μοχλός πίεσης για αλλαγές υπήρξαν οι ίδιοι οι γονείς των κωφών παιδιών.

Με την Ίδρυση του Παγκυπρίου Συνδέσμου Γονέων Κωφών (Π.Σ.Γ.Κ.) το 1987, άρχισαν οι συστάσεις και οι πιέσεις προς κάθε κατεύθυνση για προώθηση της συνεκπαίδευσης κωφών και ακουόντων μέσα στα γενικά σχολεία, γνωστής ως ένταξης. Ήδη από το 1988, με την έξοδο δασκάλων της στα γενικά σχολεία για στήριξη παιδιών με πρόβλημα ακοής, η Σχολή απώλεσε την ιδιότητα της ως του μόνου χώρου εκπαίδευσης των κωφών παιδιών.

Το 1989 ο Αντρέας Μαρκίδης, Κύπριος που διέπρεπε στον τομέα της εκπαίδευσης κωφών στο εξωτερικό, μετακλήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας ως εμπειρογνώμονας για να υποβάλει εισηγήσεις για τις εκπαιδευτικές ανάγκες των ατόμων με ακουστική αναπηρία στην Κύπρο. Το Μάη του 1990, στην έκθεσή του προς τον Υπουργό Παιδείας, ο Αντρέας Μαρκίδης εισηγείτο ως κύριο στόχο για την πλειονότητα αυτών των ατόμων τη “λειτουργική ένταξη”. Ταυτόχρονα όμως επεσήμανε και το σημαντικό ρόλο που έχει να διαδραματίσει η Σχολή ως μέρος του όλου φάσματος της εκπαίδευσης, της κοινωνικής και επαγγελματικής αποκατάστασης και ευημερίας των ατόμων με ακουστική αναπηρία.

Στις αρχές του 1990, η διαρροή μαθητών της Σχολής προς την ένταξη υπήρξε ομαδική με αποτέλεσμα την κατάργηση του οικοτροφείου, το Μάη του ίδιου χρόνου.

Την ίδια περίοδο, 1987-1990, το Υπουργείο Παιδείας με εμπλοκή του Π.Σ.Γ.Κ ιδρύει τις Επαρχιακές Μονάδες Βαρηκόων σε Δημοτικά Σχολεία. Πρώτη, το 1987, ιδρύθηκε η μονάδα στη Λεμεσό και ακολούθησαν οι μονάδες στη Λευκωσία, Πάφο και Λάρνακα.

Το Γενάρη του 1990, εφαρμόζεται σε συστηματική πλέον βάση και το πρόγραμμα της Σχολής “Έγκαιρη Παρέμβαση /Καθοδήγηση Γονέων” που αφορά σε παιδιά μέχρι τριών χρόνων και τις οικογένειες τους.

Το 1993, με πρωτοστάτη πάλιν τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Γονέων Κωφών, ψηφίστηκε ο «Νόμος που προνοεί για την Ένταξη και Ενσωμάτωση Κωφών Παιδιών στο Εκπαιδευτικό Σύστημα (Προδημοτική, Στοιχειώδη και Μέση Εκπαίδευση». Ο Νόμος εφαρμόστηκε με δυσκολίες και ελλείψεις, αφού ουδέποτε εκδόθηκαν οι σχετικοί Κανονισμοί.

Το 1999 αποτελεί ορόσημο στην ιστορία της εκπαίδευσης κωφών και της ειδικής εκπαίδευσης γενικότερα. Τη χρονιά αυτή ψηφίστηκε “Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμος του 1999”. (Ν.113 (Ι) 99)

Ο Νόμος σαφώς προβλέπει ότι τα παιδιά με απώλεια ακοής εκπαιδεύονται μέσα σε γενικά σχολεία εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, που δυνατόν να αποφασιστεί διαφορετικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Η ένταξη έχει πλέον θεσμοθετηθεί και η πρώτη επιβεβλημένη δια Νόμου επιλογή ως προς την εκπαιδευτική τοποθέτηση κωφών παιδιών είναι η συμφοίτησή τους με ακούοντες ομηλίκους τους στα γενικά σχολεία.

 

 

* Ο όρος “κωφοί” σ’ αυτό το κείμενο χρησιμοποείται για να δηλώσει τα άτομα με διάφορες διαβαθμίσεις ακουστικής αναπηρίας που όλα, όμως, χρήζουν ειδικής εκπαίδευσης.

 

**Ο όρος «κωφάλαλος» είναι ξεπερασμένος και έχει καταργηθεί διεθνώς, γιατί με την εκπαίδευση της οποίας τυγχάνουν τα άτομα με ακουστική αναπηρία κάθε άλλο, παρά άλαλα, είναι.

 

Home ]

Send mail to deafschool@valicom.com.cy with questions or comments about this web site.
Copyright © 2004 ΣΧΟΛΗ ΚΩΦΩΝ ΚΥΠΡΟΥ
Last modified: 05/17/04